Sunday, May 20, 2007

Τετάρτη 23 Μαίου: Σινεμασόκ

1974

Νίκος Παναγιωτόπουλος





Αντιεπιστημονική φαντασία

σημειώσεις ενός φανατικού

Ανοίγω μια πόρτα. Σε ένα άδειο δωμάτιο ένας άνδρας φιλάει παράφορα μια γυναίκα με μακριά μαλλιά. Κρατάει στα χέρια του ένα όπλο. Την φιλάει και την σημαδεύει ταυτόχρονα. Δίπλα τους ένας κουβάς και μια σφουγγαρίστρα. Γυρίζω γύρω τους. Δεν φαίνονται να ενοχλούνται. Ακούγεται ένας πυροβολισμός. Ξυπνάω. Ο Φούλερ δεν είχε πει ότι ο κινηματογράφος είναι γυναίκες και όπλα; Προσπαθώ να ανοίξω τα μάτια μου. Κάνει ζέστη. Πόσο καιρό βρίσκομαι σ’ αυτό το κρεβάτι; Είμαι τόσο κουρασμένος. Χθες με ανάγκασαν να ανέβω τις σκάλες. Είναι όλοι τρελοί μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Κι αυτό το καταραμένο ποντίκι δε λεει να μ’ αφήσει να ησυχάσω. Θέλω να κοιμηθώ. Μια γυναίκα μπαίνει στο δωμάτιο. Την βρίζω. Θέλει λεει να ανοίξει το παράθυρο να μπει λίγος αέρας. Γιατί δεν μ’ αφήνουν στην ησυχία μου. Ο κινηματογράφος είναι ένα ανοιχτό παράθυρο στον κόσμο.Της λεω να κλείσει αμέσως το παράθυρο. Με υπακούει και το κλείνει. Τα πάντα γίνονται ασπρόμαυρα. Βρέχει. Το ποδήλατο μου κυλάει σε μια κατηφόρα. Μια μπάντα παίζει ένα απόσπασμα από κάποια όπερα του Πουτσίνι. Με λένε Γιάννη. Απέναντι μου βρίσκεται μια γυναίκα. Την λένε Άννα. Με κοιτάει χωρίς να ξέρει τι θέλει να μου πει. Κι – νη – μα – το – γρά – φος. Μεγάλη λέξη. Όπως η λέξη σιδηρόδρομος ή όπως η λέξη φτουσκουλικομυρμηγκότρυπα. Άλλος ένας πυροβολισμός. Πέφτω νεκρός μέσα στο μπάνιο μου. Έπειτα σηκώνομαι και υποκλίνομαι. Ακούγονται χειροκροτήματα. Είναι επικύνδινο να δίνεις όπλα σε σκηνοθέτες. Όπως είναι επικύνδινο να δίνεις ένα βιζέρ σε ένα τροχονόμο. Προσπαθούν αμέσως να εγκλωβίσουν ανθρώπους μέσα σε κάδρα. Σαν αυτή τη γυναίκα με το κίτρινο αδιάβροχο. Διασχίζει ένα χωματόδρομο μέσα στη βροχή. Γύρω της είναι μια μεγάλη πεδιάδα κι όμως εκείνη προσπαθεί να διαφύγει μέσα από ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμο. Προσπαθώ να μη στεναχωριέμαι. Είναι απλώς ένα όνειρο. Μου φαίνεται ότι όλα αυτά τα χρόνια πέρασαν σαν ένα όνειρο. Σαν μια αναμονή σε ένα αεροδρόμιο. Μια πτήση που καθυστερεί συνέχεια να έρθει. Ίσως είπια παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Που βρίσκομαι; Πόσα χρόνια πέρασαν; Τι έκανα όλα αυτά τα χρόνια; Μάλον ήμουν συνέχεια εδώ. Καθόμουν σ’ αυτήν την καρέκλα του αεροδρομίου. Πρέπει να αλλάζουμε για να μένουμε πάντα ίδιοι. Πρέπει να ξυπνήσω. Θα σταματήσω να πίνω. Θα σταματήσω και να καπνίζω. Θα ξυρίσω το κεφάλι μου. Ή μάλον θα πίνω τόσο πολύ ώστε να μη θυμάμαι τίποτε. Θα γίνω μια κατσαρίδα και θα μπω σ’ ένα βαζάκι μαρμελάδας bonne maman. Δεν μπορώ να παραμείνω ο αιώνιος σύζυγος. Ο κόσμος πρέπει να μάθει την ιστορία μου. Θα την στείλω σε αντίτυπα σε όλους για να καταλάβουν. Για να μάθουν. Η ιστορία μου πρέπει να γίνει γνωστή. Ακόμη κι αν χρειάζεται να αυτοπυρποληθώ. Να καώ. Αυτό που έχει τώρα σημασία είναι η ιστορία. Φτουξελευθερία. Θα μπω και θα ανακατευτώ με τον κόσμο. Θα ζήσω την νύχτα. Θα κυλιστώ στα σκυλάδικα. Αγαπώ τη Στέλλα και θα το φωνάξω. Είμαι φτιαγμένος για εκείνη και εκείνη μου ανήκει. Τώρα μπορεί να βλέπω τα αεροπλάνα να πετούν απ’ την ταράτσα αλλά έχω την Στέλλα. Στο μαγαζί έβαλα εφημερίδες και τσιγάρα.

Πέταξα και το μηχανάκι. Αγόρασα μια μηχανή κι αυτό αρέσει στη Στέλλα. Εκείνη δεν σκέφτεται πια να τραγουδίσει. Ίσως καμιά φορά που ακούει κάτι τραγούδια στο ραδιόφωνο και πιάνω το βλέμμα της να ξεφεύγει. Προς τα που άραγε; Άλλο ένα αεροπλάνο ακούγεται. Προσγειώνεται στο αεροδρόμιο της Μυκόνου. Ένα τζιπ φτάνει από μακριά. Με λένε Ανδρέα. Είμαι ο άνδρας της Ρέας και η Ρέα με περιφρονεί. Την βλέπω να χάνεται στο βάθος πάνω σ’ ένα μηχανάκι.

Τη φωνάζω αλλά δεν μ’ ακούει. Κάπου μακριά ακούγεται ο εθνικός ύμνος. Έπειτα ένας ακόμη πυροβολισμός. Νύχτα σε ένα αεροδρόμιο πάλι. Σκότωσα την γυναίκα. Γυναίκες και όπλα. Κινηματογράφος. Δεν θα ταξιδέψω. Σία Προδοσία. Δεν θα πετάξω. Θα μείνω σ’ αυτή την πόλη κι ίσως η πόλη με καταβροχθίσει στο τέλος. Ίσως όμως και να την εκδικιθώ. Ίσως πυροβολήσω την πόλη. Κατεβαίνω από το μηχανάκι μου. Σήμερα δεν θα παραδόσω καμιά πίτσα. Θα κοιτάξω την πόλη από ψηλά. Από κάπου ακούγεται μουσική. Μέσα σε ένα νοσοκομείο κάποιοι χορεύουν. Ξυπνάω αλλά ξέρω πως σύντομα θα ξανακοιμηθώ. Θα ανοίξω μια άλλη πόρτα. Μέχρι τότε θα προσπαθίσω να καταλάβω τι είδα και πως ξεκίνησαν όλα αυτά.

1. Μια συνέντευξη στο περιοδικό οθόνη, το τρόλεϊ δέκα και 4 βαλς του Σοπέν

Το τρόλεϊ δέκα έχει αφετηρία στη Σταδίου, πολύ κοντά στο Παλλάς. Κάθομαι σε μια απ’ τις τελευταίες θέσεις. Είμαι σχεδόν 15 χρονών και κοιτάω έξω το δρόμο. Μια κοπέλα, που αργότερα θ’ αποκτήσει ένα αντιπαθητικό σκυλί και θα παίξει σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές, παίζει πιάνο μπροστά από έναν τοίχο. Ένα βαλς του Σοπέν. Έχω περπατήσει όλη την Αθήνα. Δεν μπορούσα να γυρίσω σπίτι κατευθείαν μετά την προβολή του Βαριετέ κι έκανα βόλτες. Περίμενα τόσο πολύ να δω αυτή την ταινία. Τι έχω πάθει; Αυτό πια καταντάει εμονή. Μεθαύριο θα έρθω να την ξαναδώ με μια φίλη μου. Αλλά σιγά να μην περιμένα δυο μέρες. Τον τελευταίο καιρό ζω σε ένα πυρετό περιμένοντας να βγει η ταινία. Λες και είναι δικιά μου. Όλα αυτά ξεκίνησαν όταν διάβασα μια συνέντευξη του Παναγιωτόπουλου για το Βαριετέ στο περιοδικό Οθόνη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα ιδέα ποιος είναι. Από τότε όμως που διάβασα αυτή την συνέντευξη έγινα ένας φανατικός Παναγιωτοπουλικός. Αγάπησα με την μία όλες τις ταινίες που είχε κάνει και δεν είχα δει και όλες τις ταινίες που επρόκειτο να κάνει και δεν είχε ακόμη φανταστεί. Έψαχνα με μανία κάθε πληροφορία σε εφημερίδες και περιοδικά, ρώταγα δεξιά κι αριστερά, έκοβα αποκόματα και τα φύλαγα, κι όταν πια έμαθα πως η ταινία θα βγει στο Παλλάς έπαιρνα το δέκα από την Νέα Σμύρνη και ερχόμουν να χαζέψω την υπέροχη αφίσσα της ταινίας και μετά τις φωτογραφίες. Φανταζόμουν τις σκηνές κι έβλεπα στον ύπνο μου το Βαριετέ σε όλες τις πιθανές μορφές του. Τι υπέροχα όνειρα. Τώρα μόλις έχω δει την ταινία και δεν μπορώ να καταλάβω τίποτε. Στο μυαλό μου υπάρχουν μόνο εικόνες. Ο Γερμανός και ο Χρυσομάλης εκρεμείς σε μια ρόδα λούνα παρκ, ο Τσακίρογλου στα χιόνια να πετάει χρώματα, η Γερουλάνου σε ένα παράθυρο με φόντο το Σύνταγμα, η Λαζαρίδου με ένα περιοδικό μόδας στα χέρια μέσα σε ένα άδειο λευκό σπίτι και ο Βογιατζής με στολή τροχονόμου να κοιτάει από ένα βιζέρ. Ο οδηγός μπαίνει στο τρόλεϊ και διακόπτει τις σκέψεις μου. Το τρόλεϊ ξεκινάει. Ένας άνδρας τρέχει να το προλάβει. Δεν τα καταφέρνει και μένει στην στάση να το βλέπει να απομακρύνεται. Το Σάββατο που δεν έχω σχολείο να πάω ν’ αγοράσω τον δίσκο με τα βαλς του Σοπέν.

2. Η κομπίνα με τις κασέτες

Από την εποχή της πρώτης προβολής του Βαριετέ μέχρι σήμερα είδα όλες τις ταινίες του Παναγιωτόπουλου και παραμένω ένας φανατικός ότι και να κάνει. Το Βαριετέ το έχω δει από τότε πάρα πολλές φορές. Στην αρχή το ζητούσα στο Κέντρο αλλά δεν μου το δίνανε. Κι έτσι όσο ήμουν στη σχολή κινηματογράφου στις Βρυξέλες έβαλα κάτι καθηγητές μου να φτιάξουν ένα χαρτί που να το ζητάνε επίσημα από τη σχολή μαζί με μερικές άλλες αγαπημένες ταινίες. Μ’ αυτή την ιστορία κατάφερα να αποκτίσω μια κασέτα του Βαριετέ. Υποχρέωνα διάφορους φίλους να βλέπουν την ταινία και από τότε οι κινηματογραφόφιλοι στην Ελλάδα χωρίστηκαν για μένα σε δυο κατηγορίες, στους Παναγιωτοπουλικούς και στους άλλους. Οι πρώτοι ήταν οι φανατικοί με τους οποίους μοιραζόμασταν αναφορές, ατάκες και εικόνες και οι άλλοι ήταν αυτοί που έλεγαν το Βαριετέ, βαριέται, φώναζαν για γκονταρισμούς και ανεκδοτολογικά αστεία και γενικά δεν πέρνανε χαμπάρι. Το Βαριετέ παρέμεινε για μένα ως σήμερα η πιο αγαπημένη ταινία του Παναγιωτόπουλου. Ίσως γιατί είναι η πιο Παναγιωτοπουλική. Η πιο ελεύθερη. Μια ταινία φτιαγμένη από σκόρπιες σκέψεις, αναμνήσεις και συνειρμούς, αποσπάσματα από βιβλία, μουσικά μοτίβα ή επιθυμίες. Μια ταινία που βιώνει μια διπλή κρίση, καλλιτεχνική και προσωπική, μέσα σε μια κομψή μελαγχολία όπου ακόμη και το τραγικό παρασύρεται από ένα ελαφρό αεράκι. Από μια τρυφερή και γεμάτη αγάπη ειρωνία και όχι από έναν μίζερο κινυσμό. Το Βαριετέ είναι ένα φιλμ ποικιλιών που αν κλείσεις το ένα σου μάτι μπορείς να το δεις σε μια μεριά κι αν κλείσεις το άλλο μπορείς να το δεις κάπου αλλού. Όπως ακριβώς το κάνει ο Γερμανός ξαπλωμένος στον δερμάτινο καναπέ του γραφείου του. «Αν δεν μπορώ να συγκεντρώσω τα κομμάτια σε ένα σύνολο γεμάτο νόημα, τότε θα δείξω το κάθε κομμάτι όσο καλύτερα μπορώ», λεει ο Τσακίρογλου στην ταινία. Μια ταινία για μια κρίση δεν μπορεί παρά να είναι μια ταινία σε κρίση. Απελευθερωμένο από τα δεσμά της ιστορίας που, όπως γράφει ο Λιαρόπουλος στον οποίο είναι αφιερωμένη η ταινία, δεν μπορεί να έχει αρχή μέση και τέλος, το Βαριετέ δεν παρουσιάζει απλώς τα αποσπάσματα μιας ιστορίας όσο καλύτερα μπορεί. Τα τοποθετεί σε σχέσεις δημιουργώντας συνεχώς νέους συνειρμούς από την σύνδεση. Ο Γερμανός είναι στους γονείς του και τρώει. Δεν έχουν τι να πουν. Από μια τηλεόραση ακούγεται μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Ο Γερμανός προχωρά στην πόλη πλάτη στον φακό. Η ταινία συνεχίζει να ακούγεται δυνατά. Σαν να έχουν καταλάβει την πόλη τα διαστημόπλια. Υπέροχο πράγμα η σκέψη αλλά ακόμα πιο υπέροχη είναι η πε-ρι-πέ-τεί-α.

3. Το πλάνο; Ποιο πλάνο;

«Με συγχωρείτε...», λεει ο Σφήκας όταν καταλαβαίνει τι ενοούν αυτοί που του φωνάζουν ότι είναι μέσα στο πλάνο. Κρατάει μια διάφανη ομπρέλα. Γυρίζει από την άλλη και μπαίνει μέσα στη θάλασσα. Βυθίζεται στο νερό και μόνο η ομπρέλα του παραμένει. Ο μακινίστας Βαγγέλης Καζάν πετάει τα ρούχα του και βουτάει στην θάλασσα. Τον ακολουθεί ο ηλεκτρολόγος Γιώργος Διαλεγμένος. «Δεν είναι εδώ...δεν είναι πουθενά...εξαφανίστηκε!».

Τα χρώματα της ίριδας ήταν η δεύτερη ταινία του Παναγιωτόπουλου που είδα. Έκανε ένα αφιέρωμα η πανελλήνια ένωση κριτικών με τις δέκα καλύτερες ελληνικές ταινίες στο Έμπασυ. Τα χρώματα της ίριδας κατέλαβαν την πέμπτη θέση. Περίεργο για μια ταινία που δεν άρεσε στους κριτικούς όταν πρωτοβγήκε το 1975 μετά τη χούντα. Σε μια εποχή που αν δεν φορούσες αμπέχονο ή ταγάρι αν ήσουν κοπελιά, σε κοιτούσαν με μισό ματί σαν να ήσουν ύποπτος, οι περισσότεροι θεώρησαν τα χρώματα της ίριδας ύποπτα απολίτικης συμπεριφοράς. Κι έπειτα, ποιος είναι αυτός ο τύπος που ήρθε απ’ το Παρίσι και δηλώνει με θράσος ότι θέλει να κάνει ταινίες για το κέφι του! Πολλά πράγματα δεν πήγαιναν καλά με τα χρώματα της ίριδας. Πολλά πράγματα λείπανε. Εκτός από τα αμπέχωνα, τα ταγάρια και τις κοπελιές, δεν υπήρχαν ούτε υψωμένες γροθιές, ούτε σύμβολα, ούτε μυνήματα και κυρίως δεν υπήρχε ελληνικότητα. Ήταν φανερό, τα χρώματα της ίριδας δεν ήταν μια ταινία με νόημα. Τι ευτυχία. Μια ταινία που αναζητά το νόημα και τη φόρμα της παίζοντας το υπέροχο παιγνίδι του κινηματογράφου. Η προσπάθεια του μουσικού Νίκου Στρατή να εγκλωβίσει το νόημα μιας παράλογης πράξης μοιάζει με την προσπάθεια του κινηματογράφου να εγκλωβίσει την ζωή που συνεχώς διαφεύγει. Τα χρώματα της ίριδας διαφεύγουν συνεχώς ανάλογα με το κέφι του Παναγιωτόπουλου. Αυτές οι παρενθέσεις ή οι λοξοδρομίσεις δεν έχουν καμιά φανερή σχέση με το υπόλοιπο σώμα της ταινίας και δεν κρύβουν κανένα κρυφό νόημα. Τι νόημα έχει, για παράδειγμα, η σκηνή που ο Τσακίρογλου επισκέπτεται ένα δισκοπολείο και η ιδιοκτίτης του δείχνει έναν μουσάτο νεαρό λέγοντας του, «...τον Διονύση τον ξέρεις;». Η κάμερα κάνει ένα πανοραμίκ και εμφανίζεται ο Σαββόπουλος ενώ μπαίνει σχεδόν ολόκληρο ένα τραγούδι του. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι επειδή το τραγούδι λεει, η οθόνη βουλιάζει σαλεύει το πλήθος, εικόνες ξεχύνονται κτλ. πρόκειται για μια ακόμη αναφορά στο θέμα του κινηματογράφου και της αναπαράστασης. Ίσως, αλλά τι μας νοιάζει κι όλας; Αυτό που μας νοιάζει είναι ότι το τραγούδι του Σαββόπουλου μπαίνει από το πουθενά, την ώρα που εκείνος στέκεται ακίνητος και αμήχανος. Είναι μια καθαρά ανόητη κατάσταση στην οποία δεν ξέρεις πως να αντιδράσεις. Είναι το παράλογο που τρυπώνει αναπάντεχα από το πουθενά σαν να βάζει μια μικρή βόμβα. Και η ταινία είναι γεμάτη από τέτοιοιους εξαίσιους πυροδοτικούς μηχανισμούς που μοιάζουν σαν να αντανακλούν ή και να ξεπερνούν την παράλογη εξαφάνιση του Σφήκα στην αρχή της ταινίας. Μια ηλιόλουστη μέρα ένας κύριος με μια ανοιχτή ομπρέλα συναντά έναν άλλο με μια κλειστή. Διασταυρώνονται, κοιτιούνται και ο ένας κλίνει την ανοιχτή ομπρέλα όσο ο άλλος ανοίγει την κλειστή. Ένας μουσικός παίζει ένα ρομαντικό θέμα στο φλάουτο ενώ δίπλα του η γυναίκα του χαμογελά καθαρίζοντας φρέσκα φασολάκια. Μια γυναίκα στα άσπρα εμφανίζεται σε κάτι σκάλες παράλληλα με μια μουσική. Μόλις η μουσική σταματά, η γυναίκα εξαφανίζεται. Σε ένα πάρτυ ξαφνικά η Πάολα αρχίζει να τραγουδά. Αυτή η αναρχική δύναμη της λοξοδρόμισης είναι που κάνει την ταινία στην ουσία της πολιτική. Γιατί ανατινάσει ταυτόχρονα την φόρμα και το περιοχόμενο με τρόπο αναπάντεχο, προκλητικό, αστείο και απολαυστικό. Και είναι αλήθεια ότι υπάρχει έλειψη ελληνικότητας για όσους θεωρούσαν ότι ελληνικότητα είναι μόνο τα ακροκέραμα και η λαϊκή μας παράδοση. Δεν πειράζει. Έχει μέσα της, τόση πολύ αθηναϊκότητα που μας αρκεί και με το παραπάνω. Και γι’ αυτόν επίσης τον λόγο, τα χρώματα της ίριδας σαν μια γνήσια ταινία πόλης, είναι μια πολιτική ταινία. Άλωστε όσοι κινηματογραφιστές επαναστατικοποίησαν τον κινηματογράφο και δεν έκαναν απλά τις εικόνες μιας επανάστασης, κατέβηκαν πρώτα απ’ όλα να φίλμαρουν την πόλη τους. Τα χρώματα της ίριδας λοιπόν είναι όπως λέει ο Παναγιωτόπουλος μια ταινία ενός νέου είδους, της αντιεπιστημονικής φαντασίας, και ενός καινούριου φορμά, του σινεμά-σοκ. Τι σημαίνει αυτό δεν έχω ίδεα. Το πιθανότερο τίποτε.

4. Ένα κλειστό παράθυρο στον κόσμο. Ασπρόμαυρο.

Το 1985 η πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, Αθήνα μου έκανε ένα αναπάντεχο δώρο. Στα πλαίσια κάποιων εκδηλώσεων προγραμάτισε τους τεμπέλιδες της έφορης κοιλάδας και το Μελόδραμα. Πάλι στο Παλάς νομίζω. Το τρόλεϊ δέκα έκανε και πάλι τη δουλειά του. Μόνο που η προβολή των τεμπέλιδων ακυρώθηκε για τεχνικούς λόγους... τρέχα γύρευε. Απίστευτη απογοήτευση. Προσπαθούσα να εξηγήσω στον κύριο στην πόρτα ότι δεν ήταν δυνατόν να μας το κάνουν αυτό αλλά δεν έδειχνε να με καταλαβαίνει. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν δική του ευθύνη. Τουλάχιστον υπήρχε η αφίσσα να χαζεύω περιμένοντας για το Μελόδραμα μερικές μέρες μετά.

Τι παράξενη ταινία. Πόσο διαφορετική από το Βαριετέ και τα Χρώματα της ίριδας. Προσπαθώ να καταλάβω που πατάει αυτή η ταινία και έχω την εντύπωση πως βρίσκεται μέσα σε ένα κενό χώρο. Σαν αυτό να είναι το θέμα της. Κι όμως υπάρχουν όλα τα στοιχεία του μελοδράματος. Ο έρωτας, η νοσταλγία, η επιστροφή, ο χωρισμός και ένας φόνος. Υπάρχει επίσης ο Βέρντι και ο Πουτσίνι. Υπάρχει η βροχή που μοιάζει να σε διαπερνάει. Και αυτό το υπέροχο ασπρόμαυρο του δειλινού. Όλα αυτά δεν συνιστούν ένα μελόδραμα; Δυο πρόσωπα πίσω από ένα βροχερό παράθυρο δεν αποτελούν μια εικόνα ενός μελοδράματος; Όχι. Όλα αυτά είναι εκεί για να καταδείξουν την απουσία του μελοδράματος. Την αποχή των συναισθημάτων. Αυτό που βλέπουμε είναι μόνο ότι υπάρχει ανάμεσα στα ίχνη της μελοδραματικής ιστορίας. Δηλαδή το κενό. Ο Γιάννης και η Άννα ζουν σε ένα κενό χώρο. Αυτό που κάνει η σκηνοθεσία είναι μόνο να αφαιρεί κάθε πιθανότητα έκφρασης από τα πρόσωπα και να μεταβιβάζει συνεχώς στον χώρο τις σκέψεις, τις μνήμες ή τα συναισθήματα. Μοιάζει η Κέρκυρα να βουλιάζει μέσα τους. Κι αν στα αποσπάσματα απ’ τις όπερες που ακούει ο Γιάννης τραγικές γυναίκες και ρομαντικοί άνδρες εκφράζουν το πάθος τους, στην πραγματική του ζωή εκείνος δεν είναι ικανός να εκφράσει τίποτε. Το ίδιο και εκείνη. Εκεί βρίσκεται το δικό τους τραγικό. Η Άννα υπομένει στωικά να τελειώσει το μάθημα ενός άχαρου βιολιού που είναι σαν να ξύνει συνέχεια μια πληγή. Ο Γιάννης ακούει τα αγκομαχητά της άρωστης μητέρας του. Μοιάζουν και οι δυο να μην νοιώθουν τίποτε. Ακόμη και η ένωση τους είναι απελπισμένη. Μια ερωτική πράξη ανάμεσα σε δυο άψυχα σώματα εραστών. Τόσο σκληρή αυτή η σκηνή. Είχε δίκιο ο Ραφαηλίδης που έγραφε πως πρόκειται σχεδόν για μια ταινία φρίκης.

5. Από που έρχεται αυτή η μουσική;

Μετά το Βαριετέ περίμενα με απίστευτη περιέργεια ποια θα είναι η καινούρια ταινία του Παναγιωτόπουλου. Εκνευριζόμουν που γυρνάει τόσο αραιά τις ταινίες του. Μα επιτέλους τι κάνει; Κάποια στιγμή διάβασα σε μια εφημερίδα ότι ετοιμάζει μια ταινία επιστημονικής φαντασίας με τίτλο Η κοιλάδα των ρόδων. Από τότε κοίταζα όλες τις εφημερίδες να βρω κάποια πληροφορία αλλά τίποτε. Κάποια στιγμή βρήκα τυχαία στην βιβλιοθήκη του σχολείου μου το βιβλίο του Παύλου Ντήναχ και το δανείστηκα. Τελικά δεν το επέστρεψα ποτέ. Μα ήταν ποτέ δυνατό να γίνει αυτό το έπος ταινία; Μετά από καιρό διάβασα κάπου αλλού ότι ο Παναγιωτόπουλος ετοιμάζει μια ταινία που λέγεται Η γυναίκα που έβλεπε τα όνειρα. Περίεργος τίτλος. Μια μέρα κατάφερα να κάνω κοπάνα απ’ το σχολείο και να παω σε ένα γύρισμα που έμαθα ότι θα γινόταν. Ήταν μια σκηνή στο θέατρο. Είχα κρυφτεί πίσω από κάτι κολώνες και παρακολουθούσα. Φοβόμουν τρομερά μη με ανακαλύψουν μέσα στο σκοτάδι κι έτσι έφυγα γρήγορα.

Δεν μπόρεσα να δω τελικά την γυναίκα που έβλεπε τα όνειρα σε αίθουσα γιατί ήμουν στις Βρυξέλες. Ξεκίναγα την σχολή. Ευτυχώς την είδα σε κασσέτα στο Κέντρο. Είχα πει ότι κάνω μια εργασία για τον Παναγιωτόπουλο κι έτσι με αφήσαν να την δω εκεί και να κρατήσω σημειώσεις αν θέλω. Δεν κράτησα φυσικά καμιά σημείωση. Η γυναίκα που έβλεπε τα όνειρα είναι μια κωμωδία λέει ο Παναγιωτόπουλος. Μια κωμωδία με την ένοια που ο Τσέχωφ ονόμαζε τα έργα του κωμωδίες. Μια κομεντί σαν αυτές του Λιούμπιτς ή του Χοκς. Η ιδέα της ταινίας είναι πέρα για πέρα Παναγιωτοπουλική. Αυτό που ενδιέφερε πάντα τον Παναγιωτόπουλο ήταν οι ρωγμές της πραγματικότητας. Οι τρύπες και τα χάσματα. Τα σημεία δηλαδή εκείνα από όπου κάτι αναπάντεχο μπορεί να διυσδίσει ή να διαφύγει. Εδώ, τα χάσματα γίνονται το βασικό θέμα της ταινίας. Τα όνειρα που βλέπει η Άννα γίνονται αφορμή για μια κρίση στην σχέση της. Αυτές οι μικρές εκρήξεις ανόητου αποτελούν τον αυστηρά ιδιωτικό της χώρο που επιθυμεί να μοιραστεί με τον άντρα της τον Αχιλλέα. Το να μοιραστεί τα όνειρα της αποτελεί για εκείνη την ουσία της επικοινωνίας. Είναι σαν να παράγει μικρά αυτόνομα έργα που θα ήθελε να τα δείξει και σε έναν ακόμη θεατή. Έργα ιδανικά μια και απελευθερωμένα πλήρως από την συνέχεια ή το νόημα αποτελούν οάσεις των αισθήσεων. Τα όνειρα είναι μια ακόμη μεταμφίεση του κινηματογράφου. Αυτό είναι κάτι που τρομάζει την Άννα. Ένας εφιάλτης που επανέρχεται και αποτελεί βασικό μοτίβο της ταινίας είναι ο εγκλωβισμός της σε ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο που την κυνηγάει και δεν την αφήνει ποτέ να βγει εκτός κάδρου. Ο άντρας της ο Αχιλλέας δεν μπορεί να το καταλάβει αυτό. «Βλέπεις εσύ κανένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο;» επιμένει, την στιγμή που η κάμερα με τον ίδιο τρόπο τον εγκλωβίζει και δεν τον αφήνει να βγει εκτός κάδρου. Εκείνος, σαν δικηγόρος, πατάει στέρεα στην πραγματικότητα. Στην αρχή βρίσκει χαριτωμένη την μικρή αυτή ιδιοτροπία της γυναίκας του αλλά στην συνέχεια τον κουράζει, τον εξαντλεί. Αυτό που δεν μπορεί να δεχθεί είναι η παντελής έλειψη συμπαγούς νοήματος. Το ανόητο τον εξοργίζει. «Είναι μια τρέλλα...» λεει σε ένα φίλο του, «...μια ακρότητα. Δεν μπορώ να το πολεμήσω λογικά». Ο φίλος του κρατάει ένα μικρό λευκό μπαλόνι, του το πετάει και όσο μιλούν παίζουν. «Και η λογική είναι μια ακρότητα», του απαντά. Η Άννα έχει αποφασίσει να μην του διηγηθεί πια κάνενα όνειρο, και εκείνος έχει αρχίσει να την υποπτεύεται. Η κρίση στο ζευγάρι ξεπηδά από μια ρωγμή που δεν ξέρουν πως να την διαχειρισθούν και κλείνει με μια σύμβαση. Ένα ψέμα. Η Άννα καταλαβαίνει πως δεν χρειάζεται να επικοινωνεί τα όνειρα της κι έτσι του λεει πως δεν ονειρεύεται πια. Η σχέση διασώζεται από ένα ψέμα. Μια πράξη ώριμη. Μια σύμβαση στην ουσία της επαναστατική. Αυτός που έχει βοηθήσει την Άννα να καταλάβει είναι άλωστε ένας επαναστάτης θείος. Μια φιγούρα που θυμίζει τον Πάμπλο. «Η δυστυχία είναι αντιεπαναστατική», της λεει ο ογδοντάρης θείος που αντί να βάζει πια βόμβες, βάζει μουσική. Το πρώτο κοντσέρτο του Μπραμς φυτρώνει αναπάντεχα μέσα σε επίσημες συνεδριάσεις, σε δημόσιους χώρους ή σε αίθουσες δικαστηρίων. Η επαναστατικότητα της δικής του πράξης του είναι μια ακόμη ρωγμή στην πραγματικότητα.

6. Μια μεγάλη παρεξήγηση

Περίμενα πολύ καιρό μέχρι να δω τους τεμπέληδες της έφορης κοιλάδας. Ήταν η μόνη ταινία που μου έλειπε. Θυμαμαι ζήλευα τρομερά μια φίλη μου στις Βρυξέλες που την είχε πετύχει σε ένα ολλανδικό κανάλι. Εντωμεταξεί διάβαζα διάφορα κείμενα για την ταινία σε περιοδικά τις εποχής ή έβαζα ανθρώπους που την είχαν δει, να μου την περιγράψουν. Ο καθένας μου έλεγε και κάτι διαφορετικό. Είδα τελικά την ταινία για πρώτη φορά στην τηλεόραση. Όλα γύρω απ’ αυτή την ταινία είναι μια μεγάλη παρεξήγηση. Η κατεύθυνση της ερμηνείας που διοχέτευσε ο ίδιος ο Παναγιωτόπουλος στην αρχή ήταν καθαρά πολιτική. Μια παραβολή για τον θάνατο της αστικής τάξης. Η ταινία έκοψε έναν υπερβολικά μεγάλο αριθμό εισιτηρίων. Περίπου 120.000. Ο κόσμος πήγε πολύ πιθανόν να την δει για την φήμη των τολμηρών ερωτικών σκηνών. Οι περισσότεροι έφευγαν βρίζοντας. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές και η ταινία απέσπασε μεταξύ άλλων το χρυσό βραβείο στο φεστιβάλ του Λοκάρνο. Πολλοί μιλάγανε για μια ταινία στα χνάρια του Grand bouffe. Η μοναδική σχέση όμως που έχει η ταινία του Φερέρι με τους τεμπέληδες της έφορης κοιλάδας είναι ότι στην μια ταινία τρώνε και στην άλλη κοιμούνται. Αν σε όλες τις ταινίες του Παναγιωτόπουλου υπάρχουν τρύπες και χάσματα, εδώ αυτό που διαφεύγει είναι το ίδιο το νόημα.

Στο μυθηστόρημα του Cossery απ’ το οποίο έχουν εμπνευστεί το σενάριο οι τεμπέληδες της έφορης κοιλάδας, ο ύπνος είναι μια απόκτηση. Ένα είδος νιρβάνας που καταφέρουν να αποκτήσουν οι ήρωες. Μια ωριμότητα. Στην ταινία του Παναγιωτόπουλου, ο σκοπός της οικογένειας ο ύπνος. Κάθε τι που μπορεί να διαταράξει την ησυχία των μελών της εκλαμβάνεται σαν απειλή. Οι παραδοσιακές αστικές αξίες όπως οι σπουδές, η εργασία ή ο γάμος, αποκτούν διαστάσεις επανάστασης. Ο στόχος είναι να μην αλλάζει τίποτε. Να παραμένουν τα πάντα ως έχουν. Η αδράνεια οδηγεί νομοτελειακά στην σήψη. Είναι εξαιρετικά λογικά αυτά που λεει ο πατέρας των τεμπέληδων. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να χαλάει κανείς της ησυχία του. Κι έτσι ο πατέρας και οι τρεις γιοι βυθίζονται σιγά σιγά στην αγκαλιά του ύπνου. Ο Παναγιωτόπουλος δεν αντιστρέφει μόνο τους αστικούς κώδικες της ηθικής αλλά και του ίδιου του κινηματογράφου.

Η ταινία έχει μια αντίστροφη εξέλιξη. Η κορύφωση της είναι η απόλυτη αδράνεια. Ο θάνατος. Οι ρυθμοί της γίνονται όλο και πιο βραδείς. Η οικογένεια που στην αρχή έχει ανάγκες, βγαίνει, τρώει, κάνει έρωτα όσο περνάει ο καιρός αποκόπτεται από κάθε άλλη φυσική λειτουργεία για να μπει στον λίθαργο. Ο Παναγιωτόπουλος έχει καταφέρει το αδύνατο. Να δημιουργήσει σασπένς γύρω από ανθρώπους που κοιμούνται. Και η παραμικρή λεπτομέρεια αποκτά γιγαντιαίες διαστάσεις. Δεν είναι μόνο η δεξιοτεχνία της σκηνοθεσίας που διαστέλει τους χώρους μέσα από μια χορογραφία κινήσεων και όλοι αναφέρουν σαν το μεγάλο προτέρημα της ταινίας, είναι εξ’ ίσου και το σενάριο που μέσα από μια αριστοτεχνική οργάνωση ελείψεων μας δίνει τα σημάδια του χρόνου που κυλά. Το πράσινο της εξωτερικής φύσης εισβάλει σταδιακά στο εσωτερικό του σπιτιού και γίνεται το χρώμα της μούχλας. Τα πρόσωπα και οι χώροι χάνουν σιγά σιγά τα χρώματα τους. Η εικόνα αποκτά ζεστούς τόνους μόνο στην τελευταία σκηνή της προσπάθειας απόδρασης από το σπίτι. Είναι τα χρώματα της δύσης που κοκκινίζουν το τοπίο. Καθώς ο νεότερος αδερφός θα αποκοιμηθεί ακόμη μια φορά, αποκαμομένος από την προσπάθεια, στην αγκαλιά της ερωμένης υπηρέτριας του.

7. This is a blackout

Ονειρεύομαι τους φίλους μου. Τι υπέροχος τίτλος. Τι υπέροχη ταινία. Μαζί με το Βαριετέ είναι δυο πιο αγαπημένες μου. Την είδα στο Αττικόν με δυο παναγιωτοπουλικούς φίλους μου. Βγήκαμε στη Σταδίου και είχαμε το ίδιο συναίσθημα. Μια απροσδιόριστη αίσθηση αιώρησης. Σαν να βρισκόμασταν στο κενό. Αυτή η ταινία είναι ένα όριο στον κινηματογράφο του Παναγιωτόπουλου. Αποτελεί την τελευταία ταινία μιας περιόδου. Άλωστε, όπως έλεγε η αφίσσα είναι το road movie μιας γεννιάς. Από το 60 μέχρι το 90, τέσσερεις ιστορίες για τέσσερεις δεκαετίες σε τέσσερεις εποχές του χρόνου. Σημειώσεις για έναν απολογισμό που δεν έγινε ποτέ. Ψίγματα ιστοριών και ίχνη της κάθε εποχής. Μινιμαλισμός.

Το ονειρεύομαι τους φίλους μου μοιάζει με το Μελόδραμα. Έχουν την ίδια απόγνωση και την ίδια λιτότητα. Μιλούν και τα δυο για το κενό της ύπαρξης ή της επικοινωνίας. Όλα όσα πρέπει να λεχθούν κρύβονται ή αποσιωπούνται. Το τοπίο και πάλι αποροφά τα συναισθήματα των ηρώων και τα αντανακλά σε αισθήσεις. Ένας ποδηλάτης που κινείται αργά μπροστά από ένα κόκκινο κτίριο. Το χάραμα σε ένα λιβάδι δίπλα στην εθνική. Τα αεροπλάνα που ακούγονται να φεύγουν μέσα σε ένα αεροδρόμιο με blackout. Ένα βαλς του Στράους και ένα κομμάτι του Ντίζι Γκιλέσπι.

Η ταινία ξεκινά την άνοιξη του 1965 στο Βερολίνο. Ο Βογιατζής βγαίνει από μια σοφίτα σε μια στέγη. Φοράει μαύρα γυαλιά. Κοιτάει τον ουρανό του Βερολίνου κι έπειτα ξαναμπαίνει μέσα. Από κάπου μακριά ακούγεται ένα γερμανικό τραγούδι του 60. Σε όλο αυτό το πρώτο επεισόδιο του Βερολίνου ο Βογιατζής δεν θα βγάλει ποτέ τα μαύρα γυαλιά του. Μοιάζεις με κατάσκοπο, του λεει ένας αμερικάνος φρουρός. Μιλάει ελάχιστα. Παρατηρεί τα πάντα χωρίς να είναι πραγματικά εκεί. Δεν συμμετέχει σε τίποτε. Είναι ένας ξένος. Την μοναδική φορά που μιλάει είναι για να πει μια παιδική ανάμνηση από την Ελλάδα. Αυτό το συναίσθημα της αποχής από τα πράγματα, της ζωής που βρίσκεται κάπου αλλού επιτείνεται από την συνεχή παρουσία των τρένων ή των τραμ που μοιάζουν να πέρνουν μαζί τους την νοσταλγία για έναν άλλο χώρο που εδώ είναι η Ελλάδα. Όλη η εποχή περνάει μέσα από λεπτομέρειες. Τα έντονα χρώματα των ντεκόρ, ροζ, κόκκινα, μπλε και κίτρινα, μερικά τραγούδια ή το πρόγραμμα των κινηματογράφων.

Στο δεύτερο επεισόδειο, το καλοκαίρι του 1973 βρισκόμαστε σε μια νταλίκα στην Εθνική που από την Γιουγκοσλαβία πηγαίνει στην Θεσσαλονίκη. Μια μεγάλη διαδρομή. Μια ατέλειωτη ευθεία. Ο Κυριάκος, εδώ για πρώτη φορά μαθαίνουμε το όνομα του, θέλει να κοιμηθεί, ο οδηγός όμως τον έχει πάρει μαζί του για παρέα και θέλει να μιλάνε. Εκείνος όμως δεν είναι ικανός για πολλά λόγια. Μπορεί μόνο να ακούει και να συμφωνεί για να αποφύγει την συζήτηση. Η νεοελληνική σχιζοφρένεια είναι παρούσα στο πρόσωπο του οδηγού. Από την μια η Ελλάδα είναι η καλύτερη χώρα, η καλύτερη θάλασσα, το καλύτερο φαγητό, οι καλύτεροι άνθρωποι, όλα τα καλύτερα, και μετά από λίγο η Ελλάδα είναι ένας κωλότοπος που πρέπει να του δώσουμε μια κλωτσιά για να παει μια και καλή στα κομμάτια. Παρ’ όλη το μονόλογο του η ώρα δεν περνάει με τιποτε. Ο οδηγός του ζητάει να του πει μια αληθινή ιστορία. Κάτι που να του έχει συμβεί και να ντρέπεται να το ομολογήσει ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό. Ο Κυριάκος όμως δεν έχει να πει μια δικιά του ιστορία. Λεει την ιστορία κάποιου άλλου. Ένα έγκλημα. Ένας άνδρας που πνίγει την ερωμένη του γιατί και αυτός πνίγεται από κάτι άλλο. Κάτι πιο μεγάλο.

Εδώ βρίσκεται ίσως όλο το συναίσθημα μιας εποχής. Σε αυτή την εξομολόγηση που δεν θα μάθουμε ποτέ αν είναι μια προσωπική ιστορία του Κυριάκου ή κάτι που έχει επινοήσει. Ο οδηγός θα τον αφήσει στην μέση της διαδρομής. Μέσα στο χάραμα εκείνος μόνος του. Πάλι σε ένα πουθενά. Στην μέση ενός ατέλειοτου δρόμου. Ο Κυριάκος κοιτάει μπρος και πίσω του. Από μακριά ακούγεται πάλι ένα τρένο που περνάει.

Η τρίτη ιστορία συμβαίνει το φθινόπωρο του 1981 στην Ελλάδα πάλι σε ένα πουθενά. Μέσα στην αίθουσα αναμονής ενός αεροδρομίου που έχει πάθει blackout. Εδώ μαθαίνουμε πως ο Κυριάκος είναι συγγραφέας ή δημοσιογράφος. Δεν περιμένει κανένα και δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Απλώς πίνει. Πίνει τόσο πολύ που δεν βλέπει μπροστά του. Κάθεται στο μπαρ του αεροδρομίου και σιγά σιγά καταρέει. Αποφεύγει και πάλι τις ερωτήσεις. Κρύβεται στο σκοτάδι. Εδώ είσαι; Τον ρωτάει ο μπάρμαν, απάντησε μου ρε γαμώτο και σταμάτα να μετακινείσαι, μην αλλάζεις διαρκώς θέσεις. Αυτή είναι όμως η εποχή. Αν το 73 ένοιωθες κάτι μεγαλύτερο να σε σφίγγει, το 81 πρέπει να μετακινείσαι διαρκώς. Ο Κυριάκος καταρέει. Πέφτει κάτω και ένας άστυνόμος τον μαζεύει. Με την βοήθεια του μπάρμαν τον τοποθετούν σε μια καρέκλα. Τα φώτα ανάβουν και μια αναχώριση ανακοινώνεται από τα μεγάφωνα. Εκείνος χαμογελάει με κλειστά μάτια. Ίσως να ονειρεύεται ένα ακόμη αλλού.

Χειμώνας του 1990. Το τελευταίο επεισόδιο διαδραματίζεται στις μαρμάρινες τουαλέτες της Μεγάλης Βρεταννίας. Το αλλού έχει γίνει πια εδώ. Και αυτό το εδώ μοιάζει με ένα πολυτελές τάφο. Οι τρεις φίλοι που κατεβαίνουν να κάνουν ένα γάρο κρυφά βρίσκονται πια στις θέσεις τους. Ο ένας απ’ αυτούς παντρεύει τον γιο του και δίνει μια μεγάλη δεξίωση. Κανείς δεν ονειρεύεται πια. Είναι και οι τρεις πάρα πολύ βαρείς για οτιδήποτε. Το μόνο που μπορούν είναι να πληγώνουν ο ένας τον άλλον. Μοιάζουν με τρία γέρικα ζώα κάτω απ’ το φράκο τους. Κλάνουν και ρεύονται, μιλάνε για κοψίδια, γαρδούμπες και αμελέτητα, ιδρώνουν, και έχουν συχνοουρία ή καούρες. Είναι κυνικοί και κατεστραμένοι. Για έναν απ’ αυτούς η μαρμάρινη τουαλέτα θα γίνει ο πραγματικός τάφος του. Οι άλλοι στην αρχή δεν τον πιστεύουν. Όμως ακόμη κι όταν επιβεβαιώνουν τον θάνατο δεν θέλουν να μπλέξουν. Δεν νομίζω να χρειάζεται να πούμε..., λέει ο ένας. Τι να πούμε τζον; Κι εμείς έτσι τον βρήκαμε, λεει ο Κυριάκος. Τον αφήνουν νεκρό και αποχωρούν. Αν οι προηγούμενες ιστορίες ήταν χτισμένες πάνω στο κενό και το τίποτε, σε αυτήν την τελευταία το τίποτε είναι πραγματικά τίποτε. Το Ονειρεύομαι τους φίλους μου έκοψε, όπως ήταν φυσικό, ελάχιστά εισητίρια. Ήταν η αφορμή για μια στροφή στο έργο του Παναγιωτόπουλου.

8. Τα χρώματα της ίριδας νούμερο 2 / Classique = moderne

Ο θείος Γκοντάρ έλεγε ότι το κλασικό ισούται με το μοντέρνο. Ο Παναγιωτόπουλος σαν γνήσιος γκονταρικός επιχειρεί από τον Εργένη και μετά αυτό το πάντρεμα. Επιχειρεί δηλαδή το πιο δύσκολο απ’ όλα. Το να μπορούν οι ταινίες να επικοινωνούν με το κοινό είναι ένα αίτημα που απαιτεί μια γεναιοδωρία από την μεριά του καλλιτέχνη και πόσο μάλον από την μεριά ενός καλλιτέχνη σαν τον Παναγιωτόπουλο. Ο Εργένης είναι λοιπόν μια νέα αρχή και δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος την θεωρεί κάτι σαν τα χρώματα της ίριδας νούμερο 2.

Αυτήν την περίοδο, λίγους μήνες πριν από την προβολή του Εργένη, ήταν που γνώρισα για πρώτη φορά τον Παναγιωτόπουλο. Είχαμε κάνει μαζί με τον Στρατή Βουγιούκα μια Γκονταρικοπαναγιωτοπουλική μικρού μήκους που είχε διάφορες αναφορές στα χρώματα της ίριδας και πήγαμε, ντροπαλοί και κολομένοι, να του τη δείξουμε.Η προβολή επέτυχε. Εμείς ενθουσιαστήκαμε, και έτσι ξεκίνησε μια γνωριμία που εξελήχθηκε σε μια φιλία.

Είδα τον Εργένη για πρώτη φορά σε μια απ’ τις πρεμιέρες. Υπήρχε ήδη αρκετός θόρυβος γύρω από την ταινία λόγω του σκανδάλου με τη Ματσάγγου αλλά και λόγω των ηχηρών πρωταγωνιστών. Ομολογώ ότι βγήκα απ’ την πρεμιέρα χωρίς να ξέρω τι να πω. Δεν μου φαινόταν σαν να είχα δει μια ταινία του Παναγιωτόπουλου. Που είχαν πάει τα μακρινά τράβελιγκ, οι νωχελικοί ρυθμοί, η λεπτή ειρωνία και οι αγαπημένες παράξενες λεπτομέρειες; Έμοιαζαν σαν όλα να ήταν φτιαγμένα με γραμμές πολύ πιο αδρές, σαν να είχε χαθεί η λεπτότητα και η χάρη της κινηματογράφισης. Μετά από μια δυο βδομάδες ξαναείδα την ταινία σε μια ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα μαζί με κάτι φίλους που τους άρεσε πολύ. Εγώ ήμουν σκεπτικός, όμως πολύ πιο γοητευμένος από την ταινία. Τώρα καταλάβαινα ότι το ζήτημα ήταν κάτι άλλο. Ο Εργένης ήταν μια ταινία pop. Το μυθηστόρημα του Ραπτόπουλου ήταν ιδανικό για κάτι τέτοιο. Ένα φιλμ εμπνευσμένο από τα αστυνομικά κόμικς που μέσα του υπήρχε εξ’ ίσου, ο αιώνιος σύζηγος του Ντοστογιέφσκι και το Pulp Fiction του Ταραντίνο. Βρήκα μερικές μέρες μετά τον Παναγιωτόπουλο στο σπίτι του και κάναμε μια συζήτηση για την ταινία που δημοσιεύθηκε στη βαβέλ και εικονογραφήθηκε μόνο από pop art έργα. Από αυτή την συζήτηση προέκυψαν μερικές σκέψεις:

- Ο Εργένης είναι μια πολιτική ταινία που μιλάει για έναν ρομαντικό ήρωα, βγαλμένο από την παράδοση των μυθηστορημάτων του 19ου αιώνα. Απέναντι σε μια κοινωνία γενικευμένης εκπόρνευσης αποφασίζει να κάνει μια πράξη καταστροφής που είναι ταυτόχρονα και μια πράξη θυσίας. Η ιστορία του θέλει να γίνει παράδειγμα, γι αυτό και την αποστέλει σε όσους περισσότερους παραλήπτες.

- Είναι μια ταινία που μιλάει για την πτώση ενός άνδρα από τον ουρανοξύστη στο υπόγειο.

- Ο ήρωας της ταινίας προσπαθεί να γίνει όσο πιο βρώμικος και απεχθής μπορεί. Απέναντι σε μια illustration εποχή που κυριαρχείται από διαφημίσεις, σαχλές τηλεοπτικές εκπομπές και life style έντυπα, μεταμορφώνεται σταδιακά σε μια κατσαρίδα γιατί όλη η κοινωνία είναι με ένα πράσινο Baygon στο χέρι. Ακόμη όμως κι η κατσαρίδα γίνεται τελικά ένα κατοικίδιο που μπαίνει μέσα σ’ ένα βαζάκι μαρμελάδας bonne maman. Γι αυτό δεν της μένει καμιά άλλη λύση. Η κατσαρίδα αυτοπυρπολείται.

- Η ταινία είναι μια παιγνιώδης παρωδία που όπως η pop art, δανείζεται στοιχεία από την διαφήμηση, το λαϊκό κόμικ και κάθε τι το καταναλωτικό για να τους αλλάξει την υπόσταση και να τα μεταθέσει σε μια σχεδόν κλασική φόρμα.

- Ο Παναγιωτόπουλος που μέχρι τώρα δήλωνε ότι είναι ένας ερασιτέχνης κινηματογραφιστής που μέσα στην λέξη ερασιτέχνης έβρισκε την λέξη εραστής και την λέξη τέχνη, τώρα δηλώνει ότι όσο μεγαλώνει βλέπει ότι και μέσα στην λέξη επαγγελαμτίας υπάρχει η λέξη άγγελμα ή άγγελος. Σαν τον ήρωα της ταινίας του, έχει ανάγκη να επικοινωνήσει την ιστορία του. Να την διαδόσει. Θυσιάζει ένα κομμάτι του κινηματογράφου του αλλά όπως λεει ο ίδιος, πρέπει να αλλάζουμε για να μένουμε πάντα ίδιοι.

9. Όμορφα παιδιά! Η περιπέτεια πέθανε

Αν ο Εργένης είναι μια ταινία pop η επιθυμία για το Αυτή η νύχτα μένει είναι να γίνει μια λαϊκή ταινία. Και αν το Μελόδραμα ξεκινούσε με ένα παράθυρο που κλείνει σαν ένα ειρωνικό σχόλιο στο τσιτάτο του Μπαζέν «ο κινηματογράφος είναι ένα ανοιχτό παράθυρο στον κόσμο», στο Αυτή η νύχτα μένει, η ταινία ξεκινάει με ένα παράθυρο που ανοίγει και μια τραγουδίστρια που κάνει πρόβες σε ένα λαϊκό τραγούδι μέσα σε ένα σπίτι χτισμένο πάνω απ’ τις γραμμές του τρένου.

Από αυτήν την ταινία κι έπειτα, παρακολούθησα από κοντά την γέννηση και την πραγματοποίηση κάθε ταινίας του Παναγιωτόπουλου. Κάτι που μου δίνει πάντα την ίδια χαρά και την ίδια προσμονή για το αποτέλεσμα. Έχω χάσει πια την αναμονή και την έκπληξη αλλά έχω κερδίσει την συμμετοχή στην διαδικασία που έχει κάθε φορά το ίδιο τελετουργικό. Κατ’ αρχήν η ανακοίνωση της ιδέας και κυρίως της επιθυμίας που βρίσκεται κάτω απ’ την ιδέα. Στην συνέχεια έρχεται η ανάγνωση. Ο Παναγιωτόπουλος μας μαζεύει στην Ραβινέ και μας διαβάζει το σενάριο στο τραπέζι. Ακολουθεί ένα υπέροχο γεύμα από τα χέρια βέβαια της Μαριάννας και μια έντονη συζήτηση. Στην συνέχεια επισκέψεις στα γυρίσματα με διάφορες αφορμές και τέλος η πρώτη προβολή για συνεργείο και φίλους. Από το Αυτή η νύχτα μένει και μέχρι σήμερα,ο Παναγιωτόπουλος έχει βρει μια μέθοδο δουλειάς που του επιτρέπει να κάνει μια ταινία τον χρόνο. Είναι ο μόνος που το έχει καταφέρει στην Ελλάδα. Ο λόγος είναι απλός. Όταν δεν δουλεύει, πλήτει.

Το Αυτή η νύχτα μένει είναι κατά την γνώμη μου, η πιο ολοκληρωμένη ταινία αυτής της καινούριας περιόδου. Η ταινία που είναι πιο κοντά στους στόχους της γιατί είναι και η πιο δουλεμένη. Θυμάμαι ότι όταν ξεκίναγε η προετοιμασία ο Παναγιωτόπουλος έλεγε ότι συνήθως σε κάθε ταινία δίνω το 50 με 60% του εαυτού μου. Εδώ θέλω να δώσω τουλάχιστον το 80%. Γοητευμένος από το βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή και το αλοπρόσαλο σύμπαν της νύχτας των σκυλάδικων της επαρχίας, ο Παναγιωτόπουλος χτίζει την ιστορία ενός ονείρου που τσακίζεται. Μιας περιπέτειας που πεθαίνει πριν ακόμη ξεκινήσει. Πρόκειται πάλι για μια ιστορία εκπόρνευσης. Η Στέλλα που ονειρεύεται να γίνει τραγουδίστρια στις μεγάλες πίστες καταλήγει να κάνει κονσομασιόν σε σκυλάδικα της Βόρειας Ελλάδας. Η ταινία ακολουθεί την σταδιακή διάβρωση της επιθυμίας της για κάτι μεγάλο και όμορφο. Από την απογοήτευση στον συμβιβασμό. Εγώ νομίζω ότι πρέπει να βάλουμε λίγο νερό στο κρασί μας, της λεει η φίλη της η Τζίνα που από ηθοποιός έχει καταλήξει και αυτή να τραγουδάει στην επαρχία. Και το νερό διαλύει σιγά σιγά το κρασί και μαζί και το όνειρο της Στέλας που σταδιακά μεταμορφώνεται σε αυτό που μίσησε. Το όνειρο γίνεται ένας εφιάλτης. Από την άλλη μεριά, ο Αντρέας, που δεν έχει κανένα όνειρο εκτός ίσως από το να βάλει τσιγάρα και εφημερίδες στην Έβγα που έχει κληρωνομίσει από τον πατέρα του, παραμένει σταθερός και αμετακίνητος στην επιθυμία του. Για τον Αντρέα, η Στέλλα είναι ο Θεός του. Πιστεύει στον έρωτα του με θρησκευτικό φανατισμό. Όταν εκείνη αποφασίζει να φύγει στην επαρχία για να δουλέψει στα σκυλάδικα, ο Αντρέας, που πιστεύει ότι η Στέλλα έφυγε επειδή εκείνος της έθιξε τον εγωισμό, ταξιδεύει για να την βρει. Παρέα με ένα πρώην μποξέρ που έχει γίνει συγγραφέας, ακολουθεί τα ίχνη της από πόλη σε πόλη. Η συνάντηση τους θα γίνει σε ένα μαγαζί στη κορυφή ενός βουνού. Η Στέλλα γελάει χορεύει σ’ ένα τραπέζι κάτω από τους ήχους ενός κοματιού που λεει, «του μουνιού σου το γλωσίδι μου ‘δωσε κλωτσιά στ’ αρχίδι». Αυτή όμως δεν είναι η Στέλλα που γνωρίζει ο Αντρέας. Η νύχτα είναι γοητευτική αλλά και επικύνδινη. Η περιπέτεια θα φτάσει στα όρια της και ο Αντρέας θα σώσει τελικά την Στέλλα από έναν βιασμό και μια δολοφονία.

Η ταινία τελειώνει με ένα από τα πιο μελαγχολικά χάπυ εντ που έχω δει. Ένα χρόνο μετά, η Στέλλα και ο Αντρέας βρίσκονται ασφαλείς στην Έβγα. Ο Αντρέας έχει αλλάξει το παπάκι του με μια μηχανή και έχει βάλει εφημερίδες και περιοδικά. Είναι και πάλι μαζί. Μοιάζουν όμως εγκλωβισμένοι μέσα στην μικροσκοπική Έβγα και το μικρό όνειρο της. Είναι μαζί αλλά ονειρεύονται και οι δυο ένα διαφορετικό αλλού. Εκείνη στο ισόγειο να ακούει τα τραγούδια απ’ το ραδιόφωνο και εκείνος στην ταράτσα να βλέπει τα αεροπλάνα να απογειώνονται.

10. Η περιφρόνηση του Γκοντάρ του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Όταν άκουσα την ιδέα της επόμενης ταινίας στο μοντάζ του Αυτή η νύχτα μένει, πετάχτηκα από την καρέκλα. Ένα φιλμ που θα λέγεται Beautiful people και θα γυριστεί ασπρόμαυρο στη Μύκονο. Μια ταινία πάνω στην Περιφρόνηση του Γκοντάρ. Είναι περίεργο σκέφτηκα, αφού ξεπέρασα το σοκ της έκπληξης, διαλέγει την λιγότερο Γκονταρική ταινία του Γκοντάρ. Τελικά βλέποντας την ταινία ένα χρόνο μετά κατάλαβα ότι δεν ήταν καθόλου περίεργο. Η Περιφρόνηση είναι μια μοντέρνα ταινία που ερωτοτροπεί με το κλασικό, και ο Παναγιωτόπουλος βρίσκεται σε μια τέτοια περίοδο. Έπειτα το θέμα της περιφρόνησης μοιάζει να συνεχίζει την θεματική της εκπόρνευσης που υπάρχει στις προηγούμενες δυο ταινίες. Είναι σαν να αποτελεί την κατάληξη του. Το Beautuful people δεν είναι ένα ρημέηκ. Αποτελεί μια καινούρια επίσκεψη σε ένα παλιό θέμα. Ο Αντρέας (ο άντρας της Ρέας, όπως λεει ο ίδιος στην ταινία) φοράει ένα καπέλο για να μοιάζει στον Μισέλ Πικολί στην Περιφρόνηση, που ήθελε να μοιάζει στον Ντην Μάρτην, στο στίγμα του κολασμένου. Είναι σαν την σύγχρονη μουσική που παίρνει samples από παλιά τραγούδια και τα εντάσει σε ένα διαφορετικό σύγχρονο πλαίσιο. Όπως στην ταινία του Γκοντάρ, έτσι και εδώ υπάρχει ένα ζευγάρι σε κρίση, η γέννηση ενός συναισθήματος, ένας σκηνοθέτης που προσπαθεί να κάνει μια ταινία, μια μουσική που επανέρχεται σαν ένας ξεχωριστός ήρωας και ένας επιχειρηματίας γύρω απ’ τον οποίο όλοι οι υπόλοιποι περιστρέφονται. Στο Beautuful people υπάρχουν ακόμη ένας επιστήμονας με την γυναίκα του και η απειλή ενός πολέμου που διακόπτει τις διακοπές αυτού του ετερόκλητου συνόλου.

Ο Γκοντάρ έγραφε για την Περιφρόνηση ότι «...πέρα από την ψυχολογική ιστορία μιας γυναίκας που περιφρονεί το σύζηγο της, η ταινία θα μπορούσε να είναι η ιστορία των ναυαγών του δυτικού κόσμου, των διασοθέντων από το ναυάγιο της σύγχρονης κοινωνίας, που αποβιβάζονται μια μέρα σ’ ένα νησί έρημο και μυστηριώδες, όπως οι ήρωες του Βερν ή του Στήβενσον, ένα νησί που το μυστήριο του έγκειται αναμφισβήτητα στην έλειψη μυστηρίου, δηλαδή στην αλήθεια...» Αυτή μοιάζει είναι η ουσιαστική ιστορία του Beautuful people. Μια ταινία όπου το ανελέητο καλοκαιρινό φως ενός νησιού καίει το σκοτάδι της ύπαρξης μερικών ναυαγών. Μερικών αντιπροσώπων της σύγχρονης κοινωνίας. Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει 35 χρόνια μετά την Περιφρόνηση. Πολλά έχουν μήνει ίδια. Το συναίσθημα της περιφρόνησης γεννιέται με τον ίδιο τρόπο. Η κρίση στο ζευγάρι δεν έχει αλλάξει. Αν όμως τα πάντα γύρω απ’ το ζευγάρι είχαν μια καθαρότητα ως προς τις προθέσεις τους, στην ταινία του Παναγιωτόπουλου, όλα είναι σχετικά. Στην Περιφρόνηση, η φιγούρα του σκηνοθέτη Φριτς Λαγκ είναι ένα μέγεθος απόλυτο. Αντιμετωπίζει την χυδαιότητα του χρήματος με κομψότητα και αξιοπρέπεια.

Εδώ, ο σκηνοθέτης είναι ένας αλκολικός αμερικάνος που δεν έχει την δύναμη να εκδικιθεί την απιστία της νεκρής γυναίκας του και στην ουσία δεν ενδιαφέρεται καθόλου να γυρίσει μια ταινία. Η Οδύσεια που δηλώνει άλωστε ότι θέλει να κάνει δεν είναι παρά μια φάρσα όπου η Πηνελόπη δεν περιμένει τον Οδυσσέα και δεν είναι πια πιστή. Ακόμη και ο πόλεμος που απειλεί την χώρα δεν είναι παρά μια φούσκα που γρήγορα σκάει. Η σύγχρονη φυσική, λεει, ο επιστήμονας της παρέας μιλάει με όρους απροσδιοριστίας. Τίποτε δεν είναι προβλέψιμο και όσο πλησιάζεις πιο κοντά σε ένα μόριο για να το φωτογραφήσεις, τόσο αυτό αλλάζει τροχιά. Αυτή η ιδέα έχει, όπως λεει ο Παναγιωτόπουλος, μια επαγωγή στην ηθική. Αυτή η ιδέα συμπυκνώνει κατά τη γνώμη μου την ταινία. Αυτή η ρέουσα σχετικότητα των αξιών και των συναισθημάτων ποτίζει κάθε στιγμή της ταινίας. Τίποτε δεν είναι προβλέψιμο και όλα αλλάζουν καθώς εξελίσονται. Η Μύκονος γίνεται μια σύγχρονη Ιθάκη. Το «αλλού» των πολλών. Ένα νησί στόχος όπου όλα συγχέονται και όλα διαπλέκονται. Το μόνο που είναι ικανό να διαταράξει την σύγχιση είναι ένα γεγονός τραγικό. Ένας θάνατος ή ένα ατύχημα. Η Ρέα θα τραυματιστεί επικύνδινα. Ίσως και να πεθάνει. Η ταινία θα τελειώσει με ένα υπέρχο πλάνο όπου εκείνη στην αγκαλιά του Αντρέα πετούν πάνω από την θάλασσα σαν πληγωμένοι άγγελοι. Αυτή την φορά ο Αντρέας δεν βλέπει τα αεροπλάνα να φεύγουν από κάποια ταράτσα. Έχει ταξιδέψει και έχει αποφασίσει να γυρίσει πίσω. Μακριά από την Μύκονο, τον Άγιο Μαυρίκιο ή το τρίγωνο των βερμούδων, λεει, εμείς θα ζήσουμε ευτυχισμένοι σε μια άσχημη πόλη. Η ευτυχία έχει να κάνει με πρόσωπα και όχι με χώρους, λεει ο Παναγιωτόπουλος.

11. Girls and guns. Κι-νη-μα-το-γρά-φος.

Και ξαφνικά μια ταινία είδους. Το Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου, είναι ένα αστυνομικό. Φανταζόμουν όταν πρωτοάκουσα την ιδέα, ότι θα ήταν ένα μια αστυνομική ταινία όσο ήταν το Μελόδραμα, μια μελοδραματική. Είχα άδικο. Εδώ υπάρχει πράγματι μια αστυνομική πλοκή με αρχή μέση και τέλος. Αυτή η ταινία μου αρέσει λιγότερο. Ίσως γιατί προτιμώ τις ταινίες που η αρχή και το τέλος τους δεν χωράει στην οθόνη. Ίσως γιατί πιστεύω ότι όλα αυτά τα ξεχωριστά μέρη που υπάρχουν στην ταινία τελικά δεν έδεσαν. Καταλαβαίνω γιατί ο Παναγιωτόπουλος λεει ότι το Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου θα μπορούσε να είναι το Βαριετέ του 2003. Υπάρχουν και εδώ μια σειρά από σκόρπιες επιθυμίες. Ένα δοκίμιο του Παπαγιώργη σαν αφορμή, μια αστυνομική ίντριγκα, ένα μινουέτο του Μποκερίνι, κάτι τραγούδια του Μαζωνάκη, μια μοιραία γυναίκα, τα βιβλία του Σελίν και μια χειμωνιάτικη και βροχερή Αθήνα. «Αν δεν μπορώ να συγκεντρώσω όλα αυτά τα αποσπάσματα σε ένα σύνολο γεμάτο νόημα, τότε θα δείξω κάθε μέρος όσο καλύτερα μπορώ», λεει ο σκηνοθέτης Τσακίρογλου στο Βαριετέ και αυτό έκάνε και ο Παναγιωτόπουλος. Κάθε απόσπασμα του Βαριετέ είναι υπέροχο και το νόημα τελικά προκύπτει από αυτήν ακριβώς την μη συνδετότητα τους ή καλύτερα από τους συνειρμούς που γενούν οι παράδοξες συνδέσεις. Στο Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου, τα ξέχωρα αυτά κομμάτια επιχειρούν να συνδεθούν μέσα σε ένα συγκεκριμένο αφηγηματικό ιστό που είναι μάλιστα μια αστυνομική ιστορία που έχει τις δικές της απαιτήσεις. Πως γίνεται όμως να χωρέσουν όλες αυτές τις παρενθέσεις που είναι ίσως η πραγματική επιθυμία του Παναγιωτόπουλου. Τόσο δύσκολη αυτή η ισσοροπία του κλασικού με το μοντέρνο.

Ακόμη κι οι ήρωες προσπαθούν να ισσοροπίσουν ανάμεσα σε ένα ρεαλισμό και σε κάτι που προέρχεται και πάλι από τα κόμικς ή την αστυνομική μυθολογία. Και ίσως το πρόβλημα μου με αυτή την ταινία να είναι ότι τελικά τα πράγματα δεν φτάνουν ποτέ στο όριο τους. Είναι σίγουρο πως προσωπικά θα προτιμούσα να έβλεπα τα «...αποσπάσματα ξεχωριστά και όσο καλύτερα γίνεται...» χωρίς να με νοιάζει αν πρέπει να ενταχθούν σε μια ιστορία. Όμως από την άλλη, το αίτημα του Παναγιωτόπουλου για έναν κινηματογράφο κλασικό και μοντέρνο με γοητεύει αφάνταστα. Κι αν εγώ δεν μπόρεσα να επικοινωνήσω με αυτή την ταινία δεν σημαίνει και τίποτε. Ο Παναγιωτόπουλος έχει ήδη τελειώσει τα γυρίσματα του Delivery που είμαι σίγουρος θα είναι ένα υπέροχο φιλμ και έχει ήδη στα σκαριά το σενάριο για την επόμενη ταινία που απ’ ότι φαίνεται θα είναι μιούζικαλ. Αυτή είναι η δύναμη του να κάνεις μια ταινία τον χρόνο. Μπορείς να δοκιμάσεις τα πάντα και μέσα σε όλα αυτά θα υπάρξουν ταινίες που δεν θα μας αρέσουν και ταινίες που θα τις λατρέψουμε. Ταινίες εξαίσιας ισσοροπίας όπου η επίμονη δουλειά στην φόρμα θα αγκαλιάζει την στέρεη αφήγηση. Αυτή είναι η φυσική ροή των πραγμάτων. Έτσι γινόταν με όλους τους σκηνοθέτες που γύρναγαν πολλές ταινίες. Κι αν αυτό που έχει χάθει στις ταινίες της νέας περιόδου είναι η αναζήτηση της μορφής και η συγκίνηση που προκαλεί η αισθητική απόλαυση, έχει κερδιθεί η συγκίνηση που προέρχεται από τα πρόσωπα. Απ’ αυτούς τους ρομαντικούς άνδρες και τις υπέροχες γυναίκες. Τον Θοδωρή, τον Ανδρέα, την Στέλλα, την Ρέα, τον αστυνόμο Νίκα ή την Σια. Άλλοι άνθρωποι. Διαφορετικοί απ’ τους τεμπέλιδες της έφορης κοιλάδας, από τον Αντρέα και την Άννα του Βαριετέ ή τον Νίκο Στρατή απ’ τα Χρώματα της ίριδας. Ήρωες πραγματικοί, με ένα επάγγελμα, μια ιστορία, ένα πρόβλημα ή ένα στόχο. Πάντα όμως ήρωες που επιθυμούν κάτι άλλο από αυτό που έχουν. Κάτι μεγαλύτερο. Έχουν μάθει ότι η αδράνεια οδηγεί στη σήψη, γι αυτό και κινούνται διαρκώς προσπαθώντας να αιχμαλωτίσουν κάτι. Τα όνειρα τους είναι κινηματογράφος. Μια χειρονομία που είδαν κάπου και θέλησαν να την μιμιθούν. Μια φιξιόν. Ο Θοδωρής, ο Ανδρέας, η Στέλλα, η Ρέα, ο αστυνόμος Νίκας ή η Σία κοιτάζουν μια οθόνη που δεν μπορούν να πλησιάσουν και κοιτάζονται από μια κάμερα που δεν μπορεί να τους εγκλωβίσει. «Προσπαθούμε να περικυκλώσουμε την ζωή απ’ όλες τις πλευρές, λεει ο Παναγιωτόπουλος, αλλά η ζωή, ανώτερη από τα πάντα, τα καταφέρνει και διαφεύγει.». Γι αυτό η προσπάθεια μεταβιβάζεται σε μια επόμενη ταινία. Όπως ο Παναγιωτόπουλος, έτσι και οι ήρωες του γνωρίζουν καλά ότι πάντα κάπου μακριά θα φεύγει ένα αεροπλάνο, θα ακούγεται ένα τρένο ή θα ταξιδεύει ένα πλοίο για την ανατολή. Αυτό όμως δεν σταματά την ανάγκη τους να ταξιδέψουν, να φύγουν, να προσπαθήσουν, κι ας είναι σίγουρο ότι θα συντριβούν. Κάθε ταινία περιγράφει την υπέροχη διαδικασία αυτής της συντριβής. Την σύγκρουση ενός ονείρου με μια πραγματικότητα. Κάθε ταινία είναι ένας θάνατος που περικλύει μέσα του ζωή.

Άγγελος Φραντζής

Άυγουστος 2003





0 comments: